ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ 2008

Η  Ε Π Ι Σ Κ Ε Ψ Η    Τ Ο Υ   Θ Ε Ο Υ

   Ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο εἶναι ἡ σημερινή ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων. Εἶναι ἡ ἡμέρα κατά τήν ὁποίαν ἐξεπληρώθη ἡ αἰωνία βουλή τοῦ Κυρίου, καί ὁ προαιώνιος Θεός «ἐπί τῆς γῆς ὤφθη και τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη».

   Καί ἀπό τήν ὑπερβάλλουσα ἀγάπη γιά τό ἀνθρώπινο γένος, κατῆλθε στήν γῆ καί πῆρε τήν δική μας φθαρτή φύση καί ἔγινε ἀδύνατος ἄνθρωπος, ὅμοιος μέ ἐμᾶς, ἐκτός τῆς ἁμαρτίας, διότι δέν μποροῦσε νά βλέπη τυραννούμενον ὑπό τοῦ διαβόλου τό γένος τῶν ἀνθρώπων. Καί ἁγίασε μέ τήν δική του ἐνανθρώπιση τήν ἀνθρώπινη φύση καί τήν ἐξύψωσε καί τήν ἔσωσε, ἀνεβάζοντάς την στό πρῶτο της κάλλος, στήν βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

   Καί ἐκάλεσε ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός μέ πνεῦμα ἐλευθερίας ὅλους τούς ἀνθρώπους κοντά του, μικρούς καί μεγάλους, πλούσιους καί πτωχούς, ἐπισήμους καί ἀσημάντους, βασιλεῖς καί στρατιῶτες, σοφούς καί ἀγραμμάτους, μάγους καί ποιμένες, δικαίους καί ἁμαρτωλούς, γιά νά γίνουν μέτοχοι τῆς δικῆς του ζωῆς καί τῆς αἰωνίας χαρᾶς καί μακαριότητάς του μέ τήν πίστη τους σ’ Αὐτόν. Καί ὅσοι τόν ἐδέχθησαν, τούς ἔδωσε ἐξουσία νά γίνουν υἱοί Θεοῦ.

   Ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ «ἀνέτειλε τῷ κόσμῳ τό φῶς τό τῆς γνώσεως». Ἐφώτισε τόν νοῦ καί τήν καρδιά τῶν πιστῶν ἀνθρώπων, τούς ἀπεκάλυψε τήν ἀλήθεια τῆς ζωῆς καί τούς ἐλευθέρωσε ἀπό τό σκότος τῆς πλάνης. Ἐδιδάχθηκαν οἱ ἄνθρωποι τόν μόνον ἀληθινὸν Τριαδικόν Θεόν, τόν Πατέρα, τόν Υἱόν καί τό Ἅγιον Πνεῦμα. Ἔμαθαν, ὅτι αὐτός ὁ Θεός εἶναι πατέρας τους, δημιουργός τους, συντηρητής τους καί προστάτης τους, καί στήν δική του ἐλπίδα πρέπει νά καταφεύγουν πάντοτε. Ἔμαθαν ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι παιδί Θεοῦ κατά χάριν, καί ὅτι τόσο πολύ ἀγάπησε ὁ Θεός τόν κόσμο, ὥστε θυσίασε τόν μονογενῆ του Υἱόν Ἰησοῦν Χριστόν γιά τήν δική τους σωτηρία. Ἔμαθαν, ὅτι ἡ ζωή τους δέν μετριέται σέ λίγα χρόνια, ἀλλά συνεχίζει καί μετά θάνατον καί εἶναι αἰώνια. Πληροφορήθηκαν, ὅτι ὁ μόνος Σωτήρας τους καί ἡ μοναδική ἐλπίδα τους σ’ αὐτή τήν ζωή καί στήν ἄλλη, εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός. 

   Ὁ Χριστός, μέ τήν γέννησή του, ἔφερε τό πνεῦμα τῆς δικαιοσύνης, καί αὐτήν ἐδίδαξε καί ἐφάρμοσε ἔμπρακτα μέ τήν ζωή του. Τήν ἔθεσε σάν θεμέλιο τῆς κοινωνικῆς ζωῆς, καί ἐμακάρισε αὐτούς πού πάσχουν καί διώκονται γι’ αὐτήν, λέγοντας «μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης».

   Ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἔφερε τήν εἰρήνη στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων καί ἔδιωξε ἀπ’ αὐτές τά δηλητηριώδη νέφη τοῦ μίσους καί τῆς κακίας. Ἐσκόρπισε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρός ὅλους ἀνεξαιρέτως τούς ἀνθρώπους καί τούς ἔκανε νά νοιώθουν τήν ὀμορφιά τῆς ἰδανικῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Ἡ χάρη του, πού ἐξέχεε ἀπό τόν οὐρανὸ, ἀνέβασε τούς ἀνθρώπους στήν τελειότητα καί τήν ἁγιότητα, στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, μέ ἀναρίθμητες ἀνά τούς αἰῶνες στρατιές ἁγίων του.

   Πόσο ἀντίθετος ὅμως παρουσιάζεται ὁ σημερινός κόσμος ἀπέναντι στό πνεῦμα τῶν Χριστουγέννων, μέ τήν ἀπιστία του, μέ τήν ἀποστασία του, μέ τήν ποικίλη ἁμαρτία του, μέ τά μίση, τούς πολέμους  μέ τήν δυστυχία τῶν λαῶν καί τήν ἔλειψη τῆς ἀγάπης. Σάν νά πῆρε ὁ Θεός τό βλέμμα του ἀπό τήν γῆ, σάν βαρειά νά ἔπεσε ἡ κατάρα του ἐπάνω σ’ αὐτὴν, σάν νά ἔλλειψε ἡ ἐλπίδα καί εἶναι καταδικασμένη σέ ἀφανισμό.

   Γιατί ἄραγε συμβαίνει τοῦτο; Διότι οἱ ἄνθρωποι ἔδιωξαν τόν Θεό ἀπό τήν ζωή τους καί στήν θέση του ἔβαλαν καί προσκυνοῦν εἴδωλα, τήν σάρκα καί τό χρῆμα. Ἔρχεται ὁ Χριστός νά γεννηθῆ στήν καρδιά τους καί τήν βρίσκει ἐρμητικά κλειστή. Καί δέν τοῦ παραχωροῦν οὔτε ἕνα σπήλαιο γιά νά τόν φιλοξενήση, οὔτε λίγη ζεστασιά ἀπό τήν ψυχή τους γιά νά ζεσταθῆ. Ἀντίθετα οἱ πολλοί ἀδιαφοροῦν καί ἄλλοι σκληρόκαρδοι σάν τόν Ἡρώδη τόν καταδιώκουν. Νά γιατί ἔγινε ἔτσι αὐτός ὁ κόσμος. Διότι προσκύνησε τόν Σατανᾶ καί ἔδιωξε ἀπό τήν καρδιά του τόν μοναδικό Σωτῆρα, τόν Χριστό. Καί ἐδῶ ἐκπληρώνονται τά ἴδια τά λόγια τοῦ Κυρίου «ἐάν μή πιστεύσητε ὅτι ἐγώ εἰμὶ ἀποθανεῖσθε ἐν ταῖς ἁμαρτίαις ὑμῶν». Ἐάν δέν πιστέψετε ὅτι ἐγώ εἶμαι, θά πεθάνετε μέσα στίς ἁμαρτίες σας.

   Ἀλλά εὐτυχῶς δέν ἐξέκλιναν ὅλοι. Ὑπάρχει καί τό ἐκλεκτό λῆμμα. Ὑπάρχουν καί οἱ πιστοί ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖνοι πού μέ χαρά καί λαχτάρα περιμένουν τήν γέννηση καί τήν ἐπίσκεψη τοῦ Κυρίου, καί σάν τούς σοφούς μάγους καί τούς ταπεινούς ποιμένες τρέχουν στήν ἁγία φάτνη τοῦ Κυρίου, νά τόν προσκυνήσουν καί νά τοῦ προσφέρουν τά δῶρα τῆς ἀγάπης τους. Σ’ αὐτές τίς καρδιές ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός σήμερα κατεβαίνει καί φέρνει τήν παντοτινή χαρά καί τήν εἰρήνη τοῦ οὐρανοῦ.

« Χ ρ ό ν ι α    Π ο λ λ ά »

Ὁ Παραμυθίας, Φιλιατῶν, Γηρομερίου καὶ Πάργας ΤΙΤΟΣ

image
image
image